Τρίτη 2 Ιουνίου 2009

γνωριμία ανέλπιστη



Ψιλόβρεχε. Αυτή περπατούσε με μικρά βιαστικά βήματα, να προλάβει ποιος ξέρει τι. Εκείνος βάδιζε χαζολογώντας στο πεζοδρόμιο μέχρι που εκείνη του έδωσε μια δυνατή σκουντιά στην πλάτη και τον προσπέρασε.

Η αλήθεια ήταν πως τον έβγαλε απ’ τον λήθαργο. Πρώτα πρόσεξε τον λαιμό της, ψηλό κι αδύνατο και μετά το κοντό καρέ, ήταν ξανθιά και τα μαλλιά της είχαν μια κοψιά που τέλειωνε μπροστά κάνοντας μύτη. Μετά η ματιά του είδε τις επωμίδες που πλαισίωναν τον ανασηκωμένο γιακά κι ύστερα έτρεξε στην πλάτη, μέχρι εκεί που η ζώνη της γκαμπαρντίνας έσφιγγε τη μέση της. Στάθηκε λίγο στην καμπύλη των γοφών και κατέβηκε στις γάμπες. Τέλος πρόσεξε τα παπούτσια, από γκρι σουέτ.

Μια δυνατή ψιχάλα του ‘ρθε στη μύτη και μετά άλλη και άλλη. Σήκωσε τον γιακά του και χώθηκε κάτω απ’ το πρώτο στέγαστρο. Εκείνη είχε κάνει ακριβώς τον ίδιο ελιγμό και περπατούσε πάλι μπροστά του, με τα χέρια στις τσέπες, τακ – τακ, με ακρίβεια. Δεν είχαν κάνει είκοσι μέτρα κι η βροχή εξελίχθηκε σε μια ξαφνική μπόρα κάνοντας όλους να τρέξουν να χωθούν επίσης κάτω απ’ τα στέγαστρα των καταστημάτων.

Ξαφνικά η απόστασή μεταξύ τους μειώθηκε, την καθυστερούσαν οι άλλοι κι είχε κόψει το βήμα της. Τώρα ήταν σχεδόν πίσω της. Στη μύτη του έφτανε το άρωμά της., άκουγε το χρατς – χρατς που έκανε σε κάθε της κίνηση το ύφασμα της γκαμπαρντίνας, άκουγε τα τακούνια της στο πεζοδρόμιο. Ξαφνικά τα τακούνια σταμάτησαν. Σταμάτησε να μην πέσει πάνω της.

Αυτή χώθηκε αριστερά σε μια πόρτα κι αυτός χωρίς να το σκεφτεί την ακολούθησε. Ήταν ένα καφέ. Με Βιενέζικες καρέκλες και ξύλινη επένδυση στους τοίχους, και σεπαρέ στη τζαμαρία, πολύ κλασικό. Όλα τα τραπεζάκια ήταν γεμάτα κι αυτή χάθηκε μέσα σ’ ένα πλήθος όρθιων. Μετά κατάφερε να τη δει στην μπάρα και προσπάθησε να φτάσει δίπλα της. , έφτασε τη στιγμή που παράγγελνε έναν καφέ κι παρήγγειλε κι αυτός έναν αν και μόλις είχε πιεί πριν.

Έβγαλε τα τσιγάρα του και την κοίταξε στον καθρέφτη. Τον κοίταζε κι εκείνη. Μετά κατέβασε τα μάτια της και δεν ξανακοίταξε, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Στον καθρέφτη έβλεπε έξω που άστραφτε. Όπως έδειχναν τα πράγματα θα έμεναν ώρα εκεί κι άρχισε να σκέφτεται τι να βρει να της πει. Εκείνη έστρεψε το κεφάλι της προς το μέρος του,

- Έχετε ώρα μήπως; τον ρώτησε.

Σήκωσε αδέξια το χέρι του κι έχυσε επάνω του τον καφέ. Εκείνη γέλασε. Της είχε φανεί αστείος, ποιος ξέρει τι θα σκεφτόταν τώρα. Σκούπισε τον καφέ απ’ το παντελόνι του, είχε γίνει χάλια… τι γελοίος. Του έδωσε και τη δική της χαρτοπετσέτα. Την πήρε και την κοίταξε. Είχε σταματήσει να γελάει και τον κοίταζε κι αυτή.

- Μένετε εδώ κοντά; τον ρώτησε.
*************************************************
η συνέχεια απαγορευμένη....











Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

αρχέγονα μυστικά



Είναι κάποιες φορές οι γυναίκες
σκοτεινές, μυστήριες και υγρές,
σαν τροπικό δάσος τη νύχτα.
Φωνές ζώων αντηχούν από κάθε πλευρά,
ακριβώς πίσω σου σέρνεται ένα φίδι
και μόνο το φεγγάρι διαπερνά στιγμιαία
και φωτίζει τη μυστηριώδη φύση.
Χαμένος, αμύητος και άπειρος περπατάς
ανάμεσα στις φυλλωσιές τού αγνώστου.
Και γεμάτος τρόμο για το απροσδόκητο
επιτίθεσαι ερωτικά σε οποιαδήποτε
σου προκαλεί αίσθηση της καύλας.
Σοφά πουλιά της νύχτας
σε ορμηνεύουν απόκρυφα,
μα εσύ δεν ξέρεις τη γλώσσα τους.
Και κάπου στο βάθος μακριά
ηχούν τα τύμπανα άγριων φυλών.
Νοιώθεις τον αρχέγονο ρυθμό
να χτυπά στις φλέβες σου
και να σε οδηγεί στην πλήρωση…
Στον χάρτη του μυαλού σου
είναι καρφιτσωμένο
μοναχά ένα σημείο.
Σε κάποιο ξέφωτο,
σου διηγήθηκαν φωνές του ονείρου,
ένα τεράστιο τοτέμ λουσμένο..
Στο γαλάζιο φως του φεγγαριού
και με ανεξιχνίαστα σύμβολα
χαραγμένα στο ξύλο του,
θα σε καλέσει να επαναλάβεις μαζί του
λέξεις μαγικές και όρκους προστυχους…

Απόψε θα θυσιάσεις στον έρωτα
ταξιδιώτη την περηφάνια σου.
Τότε -μόνο τότε- θα αρχίσει το δάσος
να σου ψιθυρίζει τα αρχέγονα μυστικά του…

Πέμπτη 28 Μαΐου 2009

ομόρρυθμη καύλα



Ξύπνησε κι ήταν αρκετά ερεθισμένος. "Ξύπνησε" λέγοντας, δεν είν' ακριβής η λέξη. Σα ν' αναδύθηκε από 'να βυθό, υπόλευκου γλυκού πολτού, που βραδύνει κινήσεις και σκέψεις. Η πίεση στη κύστη έντονη, μα αντεχόταν ακόμα. Χρειάστηκε λιγάκι χρόνο για να 'ρθει στο ...φως και να νιώσει το περιβάλλον.

Πρώτα μύρισε τ' άρωμά της και τα ρουθούνια του φούσκωσαν ευχαριστημένα. Έπειτα γύρισε να τη κοιτάξει. Ήτανε γυρισμένη από τ' άλλο πλευρό και μισοσκεπασμένη από το σεντόνι. Μια λοξή γραμμή χώριζε τη ράχη της εκεί που 'φτανε το σεντόνι. Την άγγιξε απαλά. Κείνη δεν έδειξε να το καταλαβαίνει. Γύρισε και θέλησε να κολλήσει πίσω της, να τρίψει το πιεσμένο μέλος του στα μεριά της. Μα λυπήθηκε να τη ξυπνήσει! Θα 'θελε να της έκανε έρωτα, έτσι όπως ήτανε κοιμισμένη, χωρίς να ξυπνήσει.

Σηκώθηκε να πάει τουαλέτα. Όταν επέστρεψε ανακουφισμένος, δεν είχε ακόμη ηρεμήσει. Στάθηκε μπρος της, από τη δική της μεριά του κρεβατιού. Το κορμί του, την έδειχνε έντονα, επίμονα, πιεστικά. Τη "σημάδευε"! Τράβηξε απαλά το σεντόνι, μέχρι που τη ξεσκέπασε τελείως! Εκείνη κοιμόταν ακόμα, χαμογελαστή και γεμάτη. Ποιός ξέρει τί όνειρα να 'βλεπε! Τη ζήλεψε για τα όνειρά της...

Τη καμάρωσε ολόγυμνη. Η Οδαλίσκη των Ονείρων! Το βλέμμα του τη πασπάτεψε ολάκερη, δεν άφησε κανένα σημείο του κορμιού της που να μην αγγίξει πρόστυχα κι αδιάντροπα! Πτυχώσεις, γωνίτσες, παχάκια, σημάδια, αγαπημένα και ποθητά σημεία! Το κορμί του έδειχνε έντονα, πιεστικά, τα χαμογελαστά της χείλια! Θέλησε να αιχμαλωτίσει, αυτό το χαμόγελο. Να εισχωρήσει μέσατου.

Πολιόρκησε και κατάφερε, σιγά κι απαλά, να γλιστρήσει μέσα του! Στην αρχή, η θέρμη κι η ελαφριά πίεση των χειλιών της, ήταν σα ράπισμα στο κορμί του και θέλησε να ορμήσει και να επιταχύνει, μα συγκρατήθηκε... Κείνη δεν έδειχνε να ξυπνά, μα τύλιγε υπέροχα με το χαμόγελο της, τον ερεθισμό του. Αυτή η αβεβαιότητα σα σκέψη ότι δηλαδή μπορεί να 'χε ξυπνήσει αλλά μπορεί κι όχι, τον αναστάτωσε ακόμα πιο πολύ.

Χάιδεψε απαλά, σημεία του κορμιού της όμορφα κι αγαπημένα. Απαλά-απαλά, μη ...ξυπνήσει. Όταν της χάιδεψε τη κοιλιά χαμηλά, είδε ν' ανοίγει σιγανά τα πόδια της. Κοίταξε αχόρταγα... έκλεψε σα πεινασμένος, το έδεσμα που του παρουσίαζε. Έπιασε το δεξί της χέρι, απαλά και το 'φερε κοντά στo μουνί της. Εκείνο έμεινε ακίνητο κι αυτός ξεχώρισε προσεκτικά το δείκτη και τον ακούμπησε, πάνω στο κέντρο της. Έμεινε και πάλι ακίνητο.

Σταμάτησε και τη κοίταξε. Είχε κλειστά τα όμορφά της μάτια κι έδειχνε κοιμισμένη. Χωρίς να σταματήσει να κινείται στο στόμα της απαλά -ενώ θα 'θελε να καλπάσει σα τρελός- κίνησε το δείκτη της πάνω-κάτω, πιέζοντας τον ελαφρά προς τα μέσα! Τότε την είδε ν' αντιδρά, ανεπαίσθητα.

Χωρίς ν' ανοίξει τα μάτια ή να σταματήσει να φιλά τόσον όμορφα, έδωσε ζωή στο δάχτυλό της. Το άφησε και την έπιασε απαλά από τα πλαγινά του προσώπου, όσο τον βόλευε η στάση της! Είχε λυγίσει τα γόνατά του, για να 'ρχεται σε πλήρη ευθεία με το πανέμορφο και τόσο γλυκό στόμα της.

Τη κοίταζε, προσπαθώντας να μαντέψει, αν είχε ξυπνήσει ή όχι. Είχε ταχύνει η ανάσα της κι έμοιαζε να 'χει πιότερη κίνηση από πριν. Αλλά είχε κλειστά τα μάτια. Σταμάτησε να κινείται στο στόμα της, γιατί ένιωθε πως θα τελειώσει και δε το 'θελε. Όχι χωρίς αυτή! Κείνη άρχισε να κινείται ανεξέλεγκτα.

Άρχισε να βογγάει ελαφρά μέσα στον ύπνο (;) της και να επιζητά να κλείσει πάλι με τα χείλη της τον αντρισμό του. Τη διευκόλυνε, μα κράτησε ήπιους ρυθμούς. Ένιωθε πως κι εκείνη ήτανε κοντά κι αυτό τον μάγευε. Γύρισε και κοίταξε το χέρι της. Ήταν ανασηκωμένο από το κορμί της, σχεδόν ολάκερο. Μόνον ο δείκτης ήταν επίμονα κολλημένος πάνω της.

Τριβότανε, κρυβότανε, σερνότανε πάνω στα ολοκόκκινα χειλάκια, που 'χανε πρηστεί και δείχνανε δακρυσμένα. Η κίνηση είχε γίνει γοργή, τα βογγητά της πιο έντονα κι η ανάσα της σφυριχτή, λαχανιαστή.

Αποκλείεται να κοιμόταν! Μα τα μάτια της ήτανε κλειστά και το στόμα της, παρόλο που δεν ήτανε λεύτερο, έδειχνε ακόμα τη ψευδαίσθηση χαμόγελου. Το δέρμα ανάμεσα στα φρύδια, είχε συσπαστεί κι εκείνος πια ήτανε κοντά... πολύ κοντά... Λίγο ακόμα και δε θ' άντεχε... δεν θ' άντεχε...

Έχυσε μες στα χείλια της, ολάκερη τη ζωή του. Ένιωθε σα να δεχόταν αλλεπάλληλες τσεκουριές στη ράχη κι εκείνη, δέχτηκε τη προσφορά του, πάντα με μάτια κλειστά, αλλά σχεδόν αμέσως πίσω του ακολούθησε, συσπώντας το κορμί της σε τόξο! Δε τραβήχτηκε από μέσα της. Δε τον απομάκρυνε, συνέχισε να τον καλύπτει με τα χείλια κι άφησε το χέρι της να πέσει ανάμεσα στα πόδια της, ξέπνοο.

Έδειχνε να τρέμει. Τραβήχτηκε και δεν είχε ακόμα ηρεμήσει. Δε την είχε χορτάσει. Παραμέρισε το χέρι της κι έπεσε πάνω της απαλά. Τη σκέπασε με το κορμί του, χωρίς ν' αφήσει λεύτερο το βάρος του, πάνω της. Κατευθύνθηκε προσεκτικά, απαλά κι επίμονα, μέσα της. Ήτανε τόσον υγρή, που εισχώρησε στα άδυτα του νου της εύκολα. Κείνη έδειξε να ξαφνιάζεται, χωρίς ν' ανοίξει τα μάτια της.

Οι συσπάσεις της δεν είχαν ακόμα σταματήσει τελείως. Τη πίεσε και μ' έντονο μόχθο, κυρίευε τις κορφές της. Την αγκάλιασε ολάκερη, την έκλεισε στα χέρια του κι έστειλε το στόμα να ψάξει κάθε σημείο της. Δεν άντεχε κι επιτάχυνε το ρυθμό. Εκείνη -με κλειστά μάτια πάντα- τον πρόλαβε αυτή τη φορά και γέμισε το δωμάτιο, από τους ήχους της.

Το κύμα της τον παράσυρε κι όταν πια δεν άντεχε άλλο, τραβήχτηκε ψηλά στο στομάχι της σημαδεύοντας τα λαχταριστά της στήθια. Κείνη με κλειστά μάτια, δέχθηκε τα πυρά του έρωτά του, πάνω της. Πέσανε παντού, στο λαιμό, στο στήθος και μείνανε σιωπηλοί και λαμπυρίζοντες μάρτυρες, στο φως της νέας μέρας.

Έπεσε πάνω της μ' όλο του το βάρος και την έκλεισε στην αγκαλιά του, κουρασμένος μα ολοζώντανος. Εκείνη -ακόμα με κλειστά μάτια και με το μισοκοιμισμένο κείνο αρχικό χαμόγελο- αφέθηκε να κουρνιάσει μέσα του!

Ένιωθε φανταστικά, γιατί είχε ..."σημαδέψει" το κορμί της με τους χυμούς του. Έγλυψε το δείκτη της και μέθυσε... Είν' όμορφο να βλέπετε, το ίδιο όνειρο τα πρωινά... Όταν άνοιξε τα μάτια της, ύστερα από λίγο, τη φίλησε στο στόμα.

-"Αν ήξερες τι όνειρο έβλεπα, θα με ...μάλωνες..."
Του είπε παιχνιδιάρικα...