Τρίτη 9 Ιουνίου 2009

μετά το γραφείο



Ξέρω πως τώρα που θα διαβάζεις αυτές τις γραμμές, μόλις θα έχεις μπει στο σπίτι μας κουρασμένη, για αυτό άφησε τα όλα σε μένα....

Όλο το πρωί που έλειπες στο γραφείο, αδημονούσα για αυτή τη στιγμή. Μη βιάζεσαι όμως , δεν θα μπεις στο δωμάτιο ακόμα. Όχι!! Διάβασε προσεχτικά τι ακριβώς θέλω να κάνεις και μην ανάψεις κανένα φως.

Το φως των κεριών θα καθοδηγεί τα βήματα σου.... Η έκπληξη μου ζωγραφιζόταν ολοφάνερη στα μάτια μου. Περίμενα ότι θα είχε ετοιμάσει κάτι ξεχωριστό για απόψε, αλλά ομολογώ ότι αυτό ήταν η απόλυτη έξαψη της φαντασίας μου!

Γδύθηκα , άνοιξα τη βαλίτσα μου και έβγαλα το κόκκινο κολλητό μπόξερ και το φανελάκι που μου είχες δωρίσει και τα φόρεσα. Κατευθύνθηκα στην πολυθρόνα του σαλονιού και έδεσα τα μάτια μου με το μαύρο μεταξωτό μαντήλι που είχα ακουμπήσει εκεί. Όλη αυτή την ώρα η πόρτα του δωματίου μας ήταν ερμητικά κλειστή ,μα ήξερα ότι παρακολουθούσε σιωπηλά την κάθε μου κίνηση.

Κατευθυνθήκαμε στο δωμάτιο. Μια πικρή παύση... και τώρα άκουγα το Cd να παίζει το “How am i suppose to live without you” Του Michael Bolton. Η φωνή της τόσο γλυκιά και ζεστή μου ζήτησε να της χαρίσω αυτό το χορό.

Αγκαλιαστήκαμε και χαθήκαμε στη μαγεία του. Τα χείλη της ενώθηκαν με τα δικά μου. Το φιλί της παθιασμένο, η γλώσσα της παιχνίδιζε με την δικιά μου. Με φίλησε στον λαιμό και συνέχισε στο στήθος μου και ολοένα κατέβαινε και πιο πολύ προς τον πρησμένο ανδρισμό μου. Είχα ερεθιστεί τόσο πολύ που το μπόξερ με πίεζε, ήθελα να ελευθερωθώ. Ένοιωσα τα χείλη της να με φιλάνε, να τον παίρνουν στο στόμα πάνω απο το εσώρουχο.

Ένας ήχος ηδονής ξέφυγε απο τα χείλη μου. Με έγδυσε αργά αργά.... η γλώσσα της φίλησε κάθε σπιθαμή του κορμιού μου, την ένοιωθα , στο λαιμό...στους λοβούς .... στο στήθος και μετά στον πούτσο μου.

Τα νύχια της χάιδευαν κάθε πόντο του ανδρισμού μου. Τα χείλη της με έπαιρναν μέσα τους. Τα δόντια της με καύλωναν τρελά. Η γλώσσα της αγκάλιαζε το κεφάλι του ανδρισμού μου διαρκώς. Το μαντήλι έπεσε επιτέλους.

Την είδα μπροστά μου με το μαύρο δαντελωτό κορμάκι που τόσο με τρέλαινε. Χάιδευε το κορμί της παντού. Με προκαλούσε.... Τα μάτια μας πετούσαν φλόγες ατέρμονου πάθους. Την έπιασα και την έριξα στο χαλί...'Έπεσα απο πάνω της και άρχισα να την φιλάω παντού Με μια μου κίνηση ελευθέρωσα το στήθος της και το πήρα στο στόμα μου.

Μου άρεσε να παίζω μαζί του με τις ώρες. Την άκουγα να λιώνει. Τη φίλησα ξανά στα χείλη , στους λοβούς και μετά ξανά στο στήθος. Οι ρώγες της σκληρές και μεγάλες. Τα χέρια μου έσφιξαν δυνατά το στήθος της. Κατέβηκα χαμηλότερα. Η γλώσσα μου περνούσε τώρα απο την κοιλίτσα της, τον αφαλό της ...Ξεκούμπωσα το κορμάκι και πήρα το μουνάκι της στο στόμα μου. Βύθισα τα δάχτυλα μου μέσα της.

Αχ πόσο υγρή ήταν ήδη... Ρόφηξα την κλειτορίδα της . Την έγλυφα για ώρα. Έτρεμε ...καύλωνε “Δεν αντέχω άλλο, γάμησε με σε θέλω....τρελαίνομαι” είπε. Την ξάπλωσα στο κρεβάτι. Ακούμπησα το κεφάλι του πέους μου στα μουνόχειλα της και το έτριψα .... μπήκα άξαφνα μέσα της...δυνατά.

Κίνησεις αργές και δυνατές όπως ήξερα ότι της άρεσαν. Έχανε το παιχνίδι τώρα. Δεν είχε πια εκείνη τον έλεγχο. Οι σπασμοί της διαδέχονταν ο ένας τον άλλο σαν κύμα , καθώς έχυνε στο πέος μου. Γύρισε και με πήρε στο στόμα της. Δεν την άφησα να με τελειώσει όμως.

Τη γύρισα στα τέσσερα. Μπήκα πάλι μέσα της. Ήταν πολύ υγρή μα στενή τώρα. Πονούσε....μα σε λίγο ο πόνος έγινε ξανά καύλα. Κόλλησε πάνω μου. Ήμουν όλος μέσα της τώρα. Ο κόλπος της με έσφιγγε παθιασμένα...καυτός ...υγρός ...υπέροχος.

Με ξάπλωσε και κάθησε πάνω μου. ”Σειρά μου να ανακτήσω τον έλεγχο” είπε... Κουνούσε ρυθμικά τη λεκάνη με τρέλαινε πολύ αυτό, δεν άντεχα άλλο καθώς ανεβοκατέβαινε πάνω στον πρισμένο και μουσκεμένο ανδρισμό μου. Με πήρε πάλι στο στόμα της , έχυσα μέσα της... το στόμα της γέμισε με το καυτό μου σπέρμα

....Ήρθε και ξάπλωσε και εκέινη στο στήθος μου. Της χάιδεψα τα μαλλιά. Με φίλησε.....
“Καλώς ήρθες αγάπη μου.....”είπα.

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009

όμορφη μέρα σήμερα...



Ήταν μια όμορφη μέρα σήμερα. Όμορφη. Ξύπνησα νωρίς. Απόλαυσα ένα δυνατό γαλλικό καφέ και 2-3 τσιγάρα. Διάβασα. Χαζολόγησα. Μοιράστηκα κάποιες σκέψεις σ’ ένα χαρτί. Και όνειρα που ίσως ποτέ να μην ζωντανέψουν. Μίλησα με φίλους που μου έλειψαν, είδα φίλες που είχα καιρό να δω.

Βγήκα για βόλτα γύρω στις 9 το βράδυ. Περπάτησα στο λιμάνι και μετά για έναν γρήγορο καφέ- έλεγα θα είναι ο τελευταίος της νύχτας. αλλά τελικά δεν είναι. Πριν από λίγο που γύρισα σπίτι ξαναγέμισα την κούπα μου. Ήταν μια ωραία μέρα σήμερα. Μέχρι πριν από λίγο που κόλλησε το κλειδί στην πόρτα της εισόδου.

Κόλλησε το γαμημένο και δεν άνοιγε. Κουδούνισμα της εξώπορτας. Το μάτι μου πιάνει τη φιγούρα μιας γνώριμης γυναίκας απ’ τα παλιά που ξεκαύλωνα. Ήταν κάποια γειτόνισα, παντρεμένη, γύρω στα σαράντα. Η κλειδαριά δεν υποχωρουσε και η πόρτα δεν άνοιγε. Τελικά άνοιξε.

Μπήκε βιαστικά κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Ήταν καυλωμένη, όπως πάντα την θυμόμουν. Ένιωσα ένα βίαιο άγγιγμα της ανάμεσα στα σκέλια μου. Αυτό. Τίποτε άλλο. Δεν κατάλαβα. Έμεινα εκεί για ένα, δύο δευτερόλεπτα. Ανοιγόκλεισα τα μάτια.

Τα χείλια της σφράγισαν τα δικά μου. Πάντα φιλούσε με πάθος. Γδυθήκαμε σε χρόνο ντετε. Έσκυψε στα γόνατα κι ένοιωσα τα χείλια της στο χοντρό κεφάλι του πόθου μου που πρηζόταν χωρίς έλεος. Της ψιθύρισα να πάμε στην κρεβατοκάμαρα. Αρνήθηκε…

Ξαπλώσαμε στο χαλί δίπλα στην τηλεόραση. Την γύρισα μπρούμητα ακούγοντας το βογγητό της πριν ακόμα μπω μέσα της. Η φωλιά της έσταζε απ’ τα υγρά της κι όταν μπήκα μέσα της βαθειά, άκουσα την κραυγή της.

-κάρφωσέ με πρόστυχε άντρα… γαμιά μου, ήταν όπως πάντα η αγαπημένη της κραυγή…

Δεν αλλάξαμε στάση. Η ηδονή μας πνιγόταν σε κραυγές που δεν άκουγα. Την άκουγα να παραλληρεί σε αμέτρητα χυσίματα. Τελικά τέλειωσα κι εγώ κι έπεσα απαλά πάνω της στο χαλάρωμα. Σηκώθηκα και πήγα στο λουτρό γυμνός, την ώρα που ντυνόταν Έχω ανοίξει το νερό στο μπάνιο να τρέχει. καυτό…

Αρκεί για να ξεπλύνει γαμημένα, χυδαία, σκληρά αγγίγματα που με το έτσι θέλω, που αποτυπώνονται πάνω μου; Γαμώ τα μυαλά και τη σκατένια ψυχή της. Το γεμάτο καύλες και διαστροφή κεφάλι της. Αλλά κι εγώ ο μαλάκας πάλι τίποτα δεν μπόρεσα να κάνω. Δεν είχα το κουράγιο να την δειώξω.

Μόνο να ξεράσω θέλω αυτή τη στιγμή. Το καυτό νερό με χαλάρωσε ακόμα πιο καλά.. Τα δυο δάκρυα πάγωσαν στα μάτια, την ώρα που άκουγα την πόρτα να κλείνει απαλά στο χωλ… Μ ' ένα αντίο τελικά όλα τελειώνουν ε εαυτέ μου;

Τρίτη 2 Ιουνίου 2009

γνωριμία ανέλπιστη



Ψιλόβρεχε. Αυτή περπατούσε με μικρά βιαστικά βήματα, να προλάβει ποιος ξέρει τι. Εκείνος βάδιζε χαζολογώντας στο πεζοδρόμιο μέχρι που εκείνη του έδωσε μια δυνατή σκουντιά στην πλάτη και τον προσπέρασε.

Η αλήθεια ήταν πως τον έβγαλε απ’ τον λήθαργο. Πρώτα πρόσεξε τον λαιμό της, ψηλό κι αδύνατο και μετά το κοντό καρέ, ήταν ξανθιά και τα μαλλιά της είχαν μια κοψιά που τέλειωνε μπροστά κάνοντας μύτη. Μετά η ματιά του είδε τις επωμίδες που πλαισίωναν τον ανασηκωμένο γιακά κι ύστερα έτρεξε στην πλάτη, μέχρι εκεί που η ζώνη της γκαμπαρντίνας έσφιγγε τη μέση της. Στάθηκε λίγο στην καμπύλη των γοφών και κατέβηκε στις γάμπες. Τέλος πρόσεξε τα παπούτσια, από γκρι σουέτ.

Μια δυνατή ψιχάλα του ‘ρθε στη μύτη και μετά άλλη και άλλη. Σήκωσε τον γιακά του και χώθηκε κάτω απ’ το πρώτο στέγαστρο. Εκείνη είχε κάνει ακριβώς τον ίδιο ελιγμό και περπατούσε πάλι μπροστά του, με τα χέρια στις τσέπες, τακ – τακ, με ακρίβεια. Δεν είχαν κάνει είκοσι μέτρα κι η βροχή εξελίχθηκε σε μια ξαφνική μπόρα κάνοντας όλους να τρέξουν να χωθούν επίσης κάτω απ’ τα στέγαστρα των καταστημάτων.

Ξαφνικά η απόστασή μεταξύ τους μειώθηκε, την καθυστερούσαν οι άλλοι κι είχε κόψει το βήμα της. Τώρα ήταν σχεδόν πίσω της. Στη μύτη του έφτανε το άρωμά της., άκουγε το χρατς – χρατς που έκανε σε κάθε της κίνηση το ύφασμα της γκαμπαρντίνας, άκουγε τα τακούνια της στο πεζοδρόμιο. Ξαφνικά τα τακούνια σταμάτησαν. Σταμάτησε να μην πέσει πάνω της.

Αυτή χώθηκε αριστερά σε μια πόρτα κι αυτός χωρίς να το σκεφτεί την ακολούθησε. Ήταν ένα καφέ. Με Βιενέζικες καρέκλες και ξύλινη επένδυση στους τοίχους, και σεπαρέ στη τζαμαρία, πολύ κλασικό. Όλα τα τραπεζάκια ήταν γεμάτα κι αυτή χάθηκε μέσα σ’ ένα πλήθος όρθιων. Μετά κατάφερε να τη δει στην μπάρα και προσπάθησε να φτάσει δίπλα της. , έφτασε τη στιγμή που παράγγελνε έναν καφέ κι παρήγγειλε κι αυτός έναν αν και μόλις είχε πιεί πριν.

Έβγαλε τα τσιγάρα του και την κοίταξε στον καθρέφτη. Τον κοίταζε κι εκείνη. Μετά κατέβασε τα μάτια της και δεν ξανακοίταξε, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Στον καθρέφτη έβλεπε έξω που άστραφτε. Όπως έδειχναν τα πράγματα θα έμεναν ώρα εκεί κι άρχισε να σκέφτεται τι να βρει να της πει. Εκείνη έστρεψε το κεφάλι της προς το μέρος του,

- Έχετε ώρα μήπως; τον ρώτησε.

Σήκωσε αδέξια το χέρι του κι έχυσε επάνω του τον καφέ. Εκείνη γέλασε. Της είχε φανεί αστείος, ποιος ξέρει τι θα σκεφτόταν τώρα. Σκούπισε τον καφέ απ’ το παντελόνι του, είχε γίνει χάλια… τι γελοίος. Του έδωσε και τη δική της χαρτοπετσέτα. Την πήρε και την κοίταξε. Είχε σταματήσει να γελάει και τον κοίταζε κι αυτή.

- Μένετε εδώ κοντά; τον ρώτησε.
*************************************************
η συνέχεια απαγορευμένη....